Chios Chess Tournament

΄΄Ξέρουμε πόσο καλοί είμαστε στο σκάκι (και όχι μόνο); Μια έρευνα μας απαντά.΄΄

΄΄Ξέρουμε πόσο καλοί είμαστε στο σκάκι (και όχι μόνο); Μια έρευνα μας απαντά.΄΄ ( Στη χθεσινή Εφημερίδα των Συντακτών, παρουσίασα μια έρευνα που δείχνει ότι ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες γνώσης των δεδομένων μιας κατάστασης, η αυτοεικόνα μας τείνει να είναι πιο φωτεινή από την πραγματικότητα.)

Η έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Psychological Science ( https://osf.io/preprints/psyarxiv/yd5he_v2 ) φωτίζει ένα θέμα που μας αφορά όλους: πόσο καλά γνωρίζουμε στην πραγματικότητα τις ικανότητές μας. Αφορμή είναι το σκάκι, αλλά τα συμπεράσματα ξεπερνούν κατά πολύ τον κόσμο των 64 τετραγώνων. Την έρευνα υπογράφουν τέσσερις επιστήμονες από διαφορετικά ιδρύματα: ο Patrick R. Heck, ο οποίος εργάζεται στο Consumer Financial Protection Bureau των ΗΠΑ, ο Daniel J. Benjamin από το University of California Los Angeles, ο Daniel J. Simons από το University of Illinois at Urbana-Champaign και ο Christopher F. Chabris από το Geisinger Health System. Πρόκειται για μια διεθνή, πολυετή συνεργασία, με διαφάνεια δεδομένων και αυστηρό επιστημονικό σχεδιασμό.
 
Οι ερευνητές επέλεξαν το σκάκι για έναν απλό αλλά κρίσιμο λόγο: είναι ένας από τους ελάχιστους τομείς όπου η ανθρώπινη ικανότητα μετριέται με ακρίβεια, δημόσια και συνεχώς. Κάθε παίκτης έχει έναν αριθμό, το γνωστό Elo rating, που προκύπτει από πραγματικούς αγώνες, ανανεώνεται τακτικά και προβλέπει με μεγάλη ακρίβεια την απόδοση σε μελλοντικές παρτίδες. Θεωρητικά, λοιπόν, αν υπάρχει ένας χώρος όπου οι άνθρωποι θα έπρεπε να γνωρίζουν ακριβώς πόσο καλοί είναι, αυτός είναι το αγωνιστικό σκάκι. Κι όμως, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά διαφορετικά. 
 
Οι ερευνητές μελέτησαν σχεδόν 3.400 σκακιστές από 22 χώρες, ηλικίας από 5 έως 88 ετών, με μέσο όρο σχεδόν 19 χρόνια εμπειρίας σε τουρνουά. Τους ζήτησαν να δηλώσουν ποια είναι η επίσημη αξιολόγησή τους και, κυρίως, ποια αξιολόγηση πιστεύουν ότι θα έπρεπε να έχουν αν το σύστημα αποτύπωνε «πραγματικά» την ικανότητά τους. Οι περισσότεροι γνώριζαν με ακρίβεια το επίσημο rating τους. Όμως, κατά μέσο όρο, θεωρούσαν ότι αξίζουν περίπου 90 μονάδες Elo παραπάνω. Αυτό φυσικά δεν είναι μια μικρή διαφορά. Στο σύστημα Elo, μια διαφορά περίπου 90 μονάδων σημαίνει ότι ο θεωρητικά ισχυρότερος παίκτης αναμένεται να συγκεντρώνει γύρω στο 63% των βαθμών απέναντι σε έναν ισόβαθμο αντίπαλο. Με άλλα λόγια, ενώ τα μαθηματικά του σκακιού λένε «είμαστε ίσοι», η υποκειμενική αίσθηση λέει «είμαι ξεκάθαρα καλύτερος». 

 
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορά το ποιοι υπερεκτιμούν περισσότερο τον εαυτό τους. Οι παίκτες χαμηλής δυναμικότητας είναι εκείνοι που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη υπερεκτίμηση, ενώ οι κορυφαίοι παίκτες, ακόμα και γκραν μετρ παγκόσμιου επιπέδου, έχουν κατά κανόνα ρεαλιστική εικόνα των δυνατοτήτων τους. Το εύρημα συνδέεται με το λεγόμενο φαινόμενο Dunning–Kruger, σύμφωνα με το οποίο όσοι έχουν χαμηλότερες δεξιότητες δυσκολεύονται περισσότερο να αναγνωρίσουν τα όρια των γνώσεών τους και, έτσι, τείνουν να υπερεκτιμούν τον εαυτό τους. Οι ερευνητές δεν έμειναν εκεί. 

 
Έλεγξαν αν αυτή η «αισιοδοξία» είναι δικαιολογημένη, δηλαδή αν οι παίκτες πράγματι βελτιώνονται και το σύστημα απλώς αργεί να τους ακολουθήσει. Παρακολούθησαν τις επίσημες αξιολογήσεις τους έξι μήνες και έναν χρόνο αργότερα. Αν οι σκακιστές είχαν δίκιο για τον εαυτό τους, το rating τους θα έπρεπε να έχει ανέβει στο επίπεδο που οι ίδιοι προέβλεπαν. Αυτό συνέβη μόνο σε περίπου έναν στους δέκα. Για τη συντριπτική πλειονότητα, η πραγματικότητα δεν έπιασε τις προσδοκίες. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι τα ίδια αποτελέσματα εμφανίστηκαν σε όλες τις κοινωνικές ομάδες: άνδρες και γυναίκες, νεότερους και μεγαλύτερους, ερασιτέχνες και επαγγελματίες, Αμερικανούς και Ευρωπαίους. 

 
Η υπερεκτίμηση δεν είναι ιδιαιτερότητα μιας συγκεκριμένης κουλτούρας ή ηλικίας. Είναι βαθιά ανθρώπινη. Αν και οι λιγότερο καλοί σκακιστές κατανοούν λιγότερο καλά την τεχνική του παιχνιδιού, δεν στερούνται πληροφόρησης για την απόδοσή τους. Γνωρίζουν την αξιολόγησή τους, βλέπουν τα αποτελέσματα και τις συγκρίσεις. Αυτό που αποτυγχάνει δεν είναι η μέτρηση της σκακιστικής μας αξίας, αλλά η ρεαλιστική αυτοαξιολόγηση. Η τάση να βλέπουμε τον εαυτό μας καλύτερο απ’ ό,τι είναι παραμένει. Οι συνέπειες βέβαια ξεπερνούν το σκάκι. Οι συγγραφείς της έρευνας επισημαίνουν ότι παρόμοιοι μηχανισμοί μπορεί να λειτουργούν στην ιατρική, στην οικονομία, στην πολιτική, στην εκπαίδευση. Ακόμη και όταν υπάρχουν δείκτες, αξιολογήσεις και μετρήσεις, οι άνθρωποι συχνά τις «διορθώνουν» νοερά προς όφελός τους. Αυτό μπορεί να οδηγεί σε κακές αποφάσεις, υπερβολικό ρίσκο ή απογοητεύσεις.

 
Η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι όλοι είναι πάντα υπερόπτες ούτε ότι η αυτοπεποίθηση είναι κατ’ ανάγκη κακή. Δείχνει όμως ότι ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες πληροφόρησης, η αυτοεικόνα μας τείνει να είναι πιο φωτεινή από την πραγματικότητα. Το σκάκι ένα πνευματικό άθλημα λογικής και αριθμών, αποδεικνύεται και ως ένας καθρέφτης των γνωστικών μας αδυναμιών — και ίσως ένας λόγος να αντιμετωπίζουμε με λίγη περισσότερη επιφύλαξη τη βεβαιότητα με την οποία κρίνουμε τον εαυτό μας.

 
Χρήστος Πιλάλης
Διεθνής εκπαιδευτής,
διεθνής διαιτητήςΣτη χθεσινή Εφημερίδα των Συντακτών)






Σχόλια